Μαδράς

ή (επίσημα) Τσενάι (Madras, επίσημα Chennai). Πόλη (6.424.624 κάτ. το 2001) της νοτιοανατολικής Ινδίας, πρωτεύουσα του ομόσπονδου κρατιδίου Ταμίλ Ναντού (130.058 τ. χλμ., 62.110.839 κάτ.), στην ακτή του κόλπου της Βεγγάλης. Τέταρτη μεγαλούπολη της Ινδίας μετά τη Βομβάη (επίσημα Μουμπάι), την Καλκούτα (επίσημα Κολκάτα) και το Δελχί, το Μ. είναι ένα από τα μεγαλύτερα ινδικά βιομηχανικά κέντρα (υφαντουργία, βυρσοδεψία, συγκροτήματα μηχανουργίας, μεταλλουργίας και ειδών διατροφής), κυρίως όμως εμπορικό, χάρη στο τεχνητό λιμάνι της, που είναι το τρίτο μεγαλύτερο της Ινδίας και αποτελεί διέξοδο μιας εκτεταμένης ενδοχώρας (εξαγωγή βαμβακιού, δερμάτων, ελαιούχων σπόρων, καπνού, μαγνησίτη, μαρμαρυγία κλπ.), με την οποία συνδέεται με πυκνό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο. Η πόλη, που βρίσκεται στην ακτή του Kορομαντέλ, στις εκβολές του ποταμού Kούαμ και εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας επί 15 χλμ., αποτελείται από διάφορους πυρήνες. Γύρω από την ακρόπολη, στα Β, αναπτύχθηκε το αρχικό ευρωπαϊκό κέντρο, που ονομάστηκε Tζόρτζταουν. Το Μ. είναι επίσης αξιόλογο πολιτιστικό κέντρο, με πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1857, διάφορα μουσεία και πολλά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Από τα πιο γνωστά μνημεία του είναι ο καθεδρικός ναός του Αγίου Θωμά που χτίστηκε από τους Πορτογάλους (1504) –στον οποίο, σύμφωνα με μια τοπική παράδοση έχει ταφεί ο απόστολος Θωμάς– και το συγκρότημα του φρουρίου Σεντ Τζορτζ, όπου, μεταξύ άλλων, υπάρχει και ο αρχαιότερος αγγλικανικός ναός της Ινδίας, που χρονολογείται από τα τέλη του 17ου αι. Ιστορία. Το Μ. ιδρύθηκε το 1639 από την αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, κοντά στο χωριό Μαδρασπατάμ και, μετά την ανέγερση του φρουρίου Σεντ Τζορτζ, έγινε ο κυριότερος βρετανικός εμπορικός σταθμός στην ακτή Κορομαντέλ. Γύρω από τα τείχη του φρουρίου άρχισαν να συγκεντρώνονται όλο και πιο πυκνές ομάδες κατοίκων, ώσπου χτίστηκε μια πόλη, η οποία έγινε το μεγαλύτερο αγγλικό αποικιακό κέντρο του νότιου τμήματος της Ινδίας. Η επέκταση του υπήρξε ταχύτατη· μέσα σε σύντομο διάστημα, το Μ. απορρόφησε τα γύρω χωριά (Αντγιάρ, Σεμπιγιάμ, Σαϊνταπέτ, Σεντ Τόμας Μάουντ) που έδωσαν την ονομασία τους σε διάφορες συνοικίες της πόλης. Μετά την ανεξαρτησία της χώρας, το Μ., όπως και άλλες μεγαλουπόλεις της Ινδίας (Καλκούτα, Βομβάη), μετονομάστηκε σε Τσενάι, σε μια προσπάθεια εξάλειψης του αποικιακού χαρακτήρα των πόλεων. Η ψηλή «γκοπούρα», στην πύλη εισόδου ενός ινδουιστικού ναού στο Μαδράς, μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Ινδίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μαδράς, Αχιλλέας — (Κωνσταντινούπολη 1875 – Αθήνα 1967). Ηθοποιός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Σπούδασε στο Ωδείο του Παρισιού και στην πόλη αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τον θίασο της Σάρα Μπερνάρ (1900), γεγονός που τον έκανε σύντομα γνωστό στο… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Κορομάντελ — (Koromandel). Ανατολική ακτή των κρατιδίων Ταμίλ Ναντού και Άντρα Πραντές της νοτιοανατολικής Ινδίας, που εκτείνεται σε μήκος 644 χλμ., μεταξύ των εκβολών του Κρίσνα στα Β και του ακρωτηρίου Καλιμέρ στα Ν και βρέχεται από τον κόλπο της Βεγγάλης.… …   Dictionary of Greek

  • Names of Asian cities in different languages — This is a list of cities in Asia that have several different names in different languages, including former (e.g. colonial) names. Many cities have different names in different languages. Some cities have also undergone name changes for political …   Wikipedia

  • ορείχαλκος — Δυαδικό κράμα χαλκού και ψευδάργυρου με περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο έως 50%. Ο βιομηχανικός ο. (περίπου 20 25% σε ψευδάργυρο) έχει χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα, είναι πολύ συμπαγής, λεπτόκοκκος και μπορεί να υποστεί επεξεργασία εν θερμώ και εν… …   Dictionary of Greek

  • σαρδάμ — το, Ν άκλ. το μπέρδεμα τών συλλαβών, αναγραμματισμός τών λέξεων κατά τον προφορικό λόγο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει προέλθει από αναγραμματισμό τού ονόματος τού ηθοποιού σκηνοθέτη Μαδράς, που είναι και ο πρώτος που τόν χρησιμοποίησε με την συγκεκριμένη… …   Dictionary of Greek

  • Άγκνι — Θεότητα της βεδικής θρησκείας (βλ. λ. Βέδες) προσωποποίηση μιας ιδιαίτερης μορφής της φωτιάς, που παρευρίσκεται κυρίως στις θυσίες, όπου ενώνει τον ορατό κόσμο των ανθρώπων με τον αόρατο κόσμο των θεών. Θεωρείται άλλοτε τέκνο των Ουράνιων Υδάτων… …   Dictionary of Greek

  • Βεγγάλη — Ιστορικογεωγραφική περιοχή (200.575 τ. χλμ.) της νότιας Ασίας, διαιρεμένη πολιτικά μεταξύ της Ινδικής Ένωσης (ανατολική Ινδία) και του Μπαγκλαντές. Καταλαμβάνει το κάτω λεκανοπέδιο και το δέλτα που σχηματίζουν ο Γάγγης και ο Βραχμαπούτρα. Το… …   Dictionary of Greek

  • Βομβάη — (Bombay ή Mumbai).Πόλη (11.914.398 κάτ. το 2001) της Ινδικής Ένωσης (Ινδίας), πρωτεύουσα του ομοσπονδιακού κράτους Μαχαράστρα, χτισμένη σε μια θαυμάσια τοποθεσία στο Σαλσέτ, νησί κοντά στις ακτές του Περσικού κόλπου. Το 1534, ο σουλτάνος του… …   Dictionary of Greek

  • Γκόζε, Σρι Αουρομπίντο — (Sri Aurobindo Gose, Βεγγάλη 1872 – Ποντισερί, Μαδράς 1950). Ινδός φιλόσοφος. Αφού σπούδασε στην Αγγλία, όπου ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή σκέψη, γύρισε στην πατρίδα του, όπου καταδιώχθηκε λόγω της δράσης του για την εθνική απελευθέρωση της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.